ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, Σητεια

Μιλτιάδης Παπαδάκης:”Ερωτόκριτος” του Βιτσέντζου Κορνάρου:Μια απρόβλεπτη παράσταση

37680004_1981452082164901_4045615882934681600_n

”Ερωτόκριτος”   του Βιτσέντζου Κορνάρου:

                                                                 Μια απρόβλεπτη παράσταση

Αν η παρουσίαση στη σκηνή ενός θεατρικού έργου διαχρονικά, από τα χρόνια του αρχαίου δράματος μέχρι σήμερα, παραμένει δύσκολο εγχείρημα, αν ο σκηνοθέτης στην προσπάθειά του να εμφυσήσει ζωή στα άψυχα πλάσματα, που ”με πένα και μελάνι” (Ερωτ. Δ 804) αποτύπωσε στο χαρτί ο θεατρικός συγγραφέας, βαδίζει πάνω σε τεντωμένο σχοινί, το εγχείρημα του σκηνοθέτη να παρουσιάσει επί σκηνής ένα αφηγηματικό ποίημα όχι μόνο δυσχερέστατο είναι, αλλά και, για να το πω σε ερωτοκρίτεια γλώσσα και στίχο, συνάμα άλμα στο κενό, που ως άλλος Ερωτόκριτος δικαιούται  να ψελλίσει:
“κ’ εις μιαν μπαμπακερή κλωστή εκρέμασα τη ζήση”. (Ερωτ. Ε 467)
Πολύ περισσότερο, όταν το αφηγηματικό ποίημα είναι εκτενέστατο, όταν απέχει χρονικά πέντε αιώνες και μάλιστα γραμμένο σε διαλεκτική γλώσσα, όπως ο Ερωτόκριτος.
Οι δυσχέρειες πολλαπλασιάζονται επικίνδυνα, όταν ο σκηνοθέτης και οι συνεργάτες  του λειτουργούν ως ερασιτέχνες απλώς και ”κονταροκτυπιούνται” ιπποτικά με ομότεχνους , που στο παρελθόν έβαλαν τη μαστοριά τους ”στο ζύγι να καμπανιστή” (Ερωτ. Δ 1352) για την παρουσίαση επί σκηνής ενός έργου. Και βέβαια οι δυσχέρειες διογκώνονται, όταν το αφηγηματικό ποίημα είναι το έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα των 10010 στιχ. του Κορνάρου, που η παρουσίασή του επί σκηνής συμπληρώνει έναν ολόκληρο αιώνα και στη χειρότερη περίπτωση εννιά δεκαετίες. (από το 1929) Και τούτο διότι οι σημερινοί συντελεστές  μιας παρουσίασης  βρίσκονται στη σκιά ομότεχνων υψηλού αναστήματος.    (Θ Ν. Συναδινός – Σπ. Μελάς – Ρώτας – Ευαγγελάτος – Μουδατσάκης – Νικολαΐδης – Πιερής κ.ά.) Οι σημερινοί ερασιτέχνες ηθοποιοί βρίσκονται κάτω από το άγρυπνο και αυστηρό  βλέμμα των ιερών τεράτων της υποκριτικής.(Μαρίκα Κοτοπούλη, Ιωάννης Αποστολίδης, Δημήτρης Μυράτ, Αλέξης Μινωτής, Μάνος Κατράκης) Μια σύγχρονη, τέλος, παρουσίαση του ”Ερωτοκρίτου”, που έρχεται να προστεθεί  σε προγενέστερες, όπως σε εκείνη του 1929 στο Θέατρο Κοτοπούλη, σ’ εκείνη της Εταιρείας Θεάτρου Κρήτης (1975), σ’ εκείνη του Σπύρου Εαυγγελάτου, που θεαματική δίχως άλλο, έσπασε τα ελλαδικά σύνορα και απλώθηκε στα ευρωπαϊκά, (1975 – 80) σ’ εκείνη της Θεατρικής Συντεχνίας (1980), εξελίσσεται  σ’ έναν άθλο, σε ένα αγώνισμα, που οι προγενέστεροι αναμφίβολα έχουν θέσει τον πήχη πολύ ψηλά και ο κίνδυνος για τους μεταγενέστερους να αποτύχουν είναι ορατός. Ανάλογες οι δυσχέρειες και στην περιοχή της μουσικής επένδυσης, όταν λαμπροί καλλιτέχνες με διεθνή ακτινοβολία όπως ο Νίκος Μαμαγκάκης (Μπαλάντα για τρεις φωνές και πέντε όργανα), έθεσαν τη σφραγίδα τους στο ανυπέρβλητο έργο του Κορνάρου.

Όλα τα προαναφερόμενα είναι στοιχεία,  παράμετροι, που επηρεάζουν, καθορίζουν και διαμορφώνουν μια καλοπροαίρετη αντικειμενική κριτική των συντελεστών της παράστασης, την οποία παρακολουθήσαμε το καλοκαίρι, που το φετινό του μελτέμι με ερωτοκρίτειο αεράκι κρατά ακόμα και πιστεύω να συναντήσει το επόμενο. Στις προηγούμενες παραμέτρους  θέλω να σημειώσω ορισμένα ακόμα στοιχεία, που οφείλει ένας αντικειμενικός κριτής να μην περιφρονεί. Υπάρχουν δεδομένα, ειδικά στον ”Ερωτόκριτο”,  που κανείς δε δικαιούται να αγνοεί:
Η σύνθεση του Ερωτόκριτου, αφηγηματικού χαρακτήρα, είναι εκτενέστατη με επεισόδια και σκηνές, που μόνο με συμπύκνωση μπορούν να παρουσιασθούν. Και σε κάθε περικοπή, διασκευή και σύμπτυξη υπάρχει λόγος αλλά και αντίλογος. Βαρόμετρο είναι πάντα το μάτι του σκηνοθέτη. Είναι  επίσης δεδομένο πως ο Κορνάρος δεν είχε κατά νου την παρουσίαση του έργου του επί σκηνής. Επομένως η παρουσίαση, η σκηνογραφία, η σκηνοθεσία, η μουσική επένδυση, η κίνηση είναι ένα κεφάλαιο αφημένο σιωπηλά στην επινοητικότητα  και ευρηματικότητα του καλλιτέχνη. Και είναι φυσικό οι προσωπικές επιλογές σχετικά με τη μουσική επένδυση, τη σκηνογραφία, τη σκηνοθεσία και τη υποκριτική να είναι πάντα ανοικτές στον διάλογο και στην κριτική. Αυτός είναι και ο λόγος που προσωπικά ως μη ειδικός αποφεύγω επιμελώς μια ενδελεχή κριτική, την οποία κα αφήνω στους ειδικούς.

Με βάση όλα τα προαναφερθέντα, ως απλός θεατής της παράστασης και ως μελετητής ως ένα βαθμό της σύνθεσης του Κορνάρου, σπεύδω απερίφραστα να χαρακτηρίσω την παρούσα κριτική μου θετική. Τα πέντε πρώτα μέρη του ποιήματος διατηρούν την αυτονομία τους. Τα βασικά και αναγκαία για το θεατή στοιχεία του προλόγου, η δέση της αρχαίας  τραγωδίας, είναι όλα παρόντα επί σκηνής. Η δέση συντελείται  με πληρότητα, χωρίς κενά, χωρίς άλματα, διασώζεται έτσι σε ολόκληρο το έργο ο λογικός και ποιητικός ειρμός. Ο θεατής με ευχέρεια, με ομαλά κλιμακούμενη αγωνία, κατά πως θέλει ο ποιητής, παρακολουθεί τα τεκταινόμενα και την εξέλιξη του μύθου. Οι συνδετικοί κρίκοι – στίχοι, που έχουν επιλεγεί από τον διασκευαστή – σκηνοθέτη είναι εύστοχοι και αρκετά συνεκτικοί. Οι ελάχιστες  γραμματικές και γλωσσικές επεμβάσεις κρίνονται αναγκαίες. Η επιλογή με μαεστρία των αφηγηματικών στίχων υπηρετεί θαυμάσια την πλοκή. Τα διαλογικά μέρη είναι εύστοχα επιλεγμένα, περιεκτικά και δηλωτικά των προθέσεων των διαλεγόμενων κάθε φορά. Αφηγηματικοί και διαλογικοί στίχοι εναλλάσσονται  εύστοχα. Η εναλλαγή αφήγησης, διαλόγου με τη μουσική επένδυση, την κίνηση και το τραγούδι εντυπωσιάζει ακόμη και τους διαφωνούντες. Η έμφαση που δίδεται σε σκηνές και επεισόδια μπορεί να είναι αμφιλεγόμενη, σε κάθε περίπτωση ωστόσο ερμηνεύεται και δικαιολογείται.
Το β’ μέρος (η διεξαγωγή της γκιόστρας) απλώνεται επί σκηνής  με την αναγκαία συντομία και με ιδιαίτερη μαστοριά. Η σκηνική απόδοση  της κονταρομαχίας είναι ευρηματική, πρωτότυπη με την αναγκαία σύμπτυξη στίχων. Προσωπικά δεν επικροτώ την παράλειψη του επεισοδίου με τον Χαρίδημο. Ομολογώ βέβαια πως το β’ μέρος παρουσιάζει ανυπέρβλητες δυσκολίες λόγω της έκτασής του.  Η τελική του εικόνα θετική.
Το γ’ μέρος καλύπτεται με ευστοχία. Αποδίδοντας σωστά οι κρυφές συναντήσεις των ερωτοχτυπημένων και η εξέλιξη του μύθου από τα αρραβωνιάσματα μέχρι την εξορία.        Η μουσική επένδυση, η κίνηση, η αναγκαία συμπύκνωση του λόγου, παρά τα μικροπροβλήματα τεχνικής φύσεως και αστάθμητων παραγόντων, λειτουργούν θετικά.
Το δ’ μέρος, με τον πόλεμο των Βλάχων και τη νικηφόρα για τον Ερωτόκριτο μονομαχία με τον Άριστο, παρουσιάζεται  με τη δέουσα συμπύκνωση, αλλά και περιεκτικότητα.                Το αποτέλεσμα: άψογη σκηνική παρουσίαση.
Στο  ε΄ μέρος η σκηνή της δοκιμασίας, της απροσδόκητης αναγνώρισης  και του τελικού θριάμβου έρχονται με τις αναγκαίες παρεμβάσεις και με στόχο τη συμπύκνωση, το μεγάλο ζητούμενο, το μόνιμο άγχος του σκηνοθέτη από τον πρώτο στίχο της σύνθεσης.
Σε ποιοτικό επίπεδο κινείται και η υποκριτική σε όλη τη διάρκεια της παράστασης.              Οι ερασιτέχνες ηθοποιοί λειτουργούν επαγγελματικά και ικανοποιούν και τον πιο απαιτητικό θεατή. Υπερέβησαν εαυτούς.

Συμπερασματικά , η άψογη διασκευή και σκηνοθεσία/σκηνογραφία, η τέλεια υποκριτική/ηθοποιία, η όλη κίνηση και η εντυπωσιακή μουσική επένδυση έφεραν σε πέρας με επιτυχία ένα δύσκολο από τη φύση του εγχείρημα. Παραδίδουν σήμερα στους θεατρόφιλους ένα ”στέρεα δομημένο” σύνολο χωρίς παραφωνίες , χωρίς επικίνδυνα άλματα, χωρίς δραματουργικά  κενά. Πιστεύω πω οι συντελεστές της παράστασης, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο, (Δεν αναφέρω ονόματα, γιατί όλο και κάποιο θα αδικήσω.) πέτυχαν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Θεωρώ πως με την παράστασή τους αυτή ανέβασαν τον πήχη πιο ψηλά, δυσχεραίνοντας το έργο των μελλοντικών ομότεχνων. Είμαι πρόθυμος να ακούσω και την άλλη  άποψη. Τη σέβομαι απολύτως  και πιότερο, όταν διατυπώνεται από τους ειδικούς. Ίσως στη κριτική μου να ξεπέρασα τα εσκαμμένα με καλοπροαίρετη διάθεση. Συνειδητή η επιλογή μου γιατί δεν ανήκω:

” σ’ εκείνους τους κακόγλωσσους που ψέγουν, ό,τι  δούσι
κι απόκεις δεν κατέχουσιν την άλφα σκιας να πούσι.”
Ερωτόκριτος Ε 1537-38

Να  ευχηθούμε η πλούσια σκηνική σταδιοδρομία του ”Ερωτοκρίτου” μέχρι σήμερα να βρει άξιους συνεχιστές. Το οφείλουμε στον Ποιητή, που τόσο πολύ δούλεψε και σμίλεψε τόσους δεκαπεντασύλλαβους, για να μας κληροδοτήσει ένα διαμάντι λογοτεχνικό, ακατάλυτο και άφθαρτο μπροστά στη φθοροποιό δύναμη του πανδαμάτορα χρόνου. Το οφείλουμε στη νέα γενιά που ποικιλότροπα ταλανίζεται, έτσι ώστε με φρόνεψη και με το βίωμα του αξιακού κώδικα του ”Ερωτοκρίτου”, να μην χάσει τον προσανατολισμό της. Το οφείλουμε στη Σητεία μας. Ίσως είναι ο μόνος δρόμος για να βγει από την αφάνεια.

 

Σητεία 15-09-2018

                                                                                         Μιλτιάδης Παπαδάκης

http://STYLE100FM.GR