Σητεια

Το Λύκειο Ελληνίδων Σητείας στη Ζήρο

Μετά την Μυρσίνη και το Χαμέζι, σειρά είχε η Ζήρος για τις εκδηλώσεις του Λυκείου Ελληνίδων Σητείας. Η προσπάθεια εγγραφής του Στειακού πηδηχτού στο Εθνικό ευρετήριο άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς και η διάχυση των αποτελεσμάτων σε τρεις πλούσιες εκδηλώσεις, με την τελευταία να λαμβάνει χώρα στον φιλόξενο χώρο του πολιτιστικού συλλόγου της Ζήρου.
Η επικοινωνία μεταξύ όλων των παρευρισκομένων μέσα από το χορό και το τραγούδι, ήταν πραγματικά μία επιτυχία για τους διοργανωτές που γνωρίζουν ότι η μεταβίβαση πολιτιστικής κληρονομιάς, αξιών, ήθους και αισθητικής, προϋποθέτει την ουσιαστική επικοινωνία. Χορευτικά τμήματα του ΛΕΣ παρουσίασαν τον Στειακό και άλλους χορούς που χορεύονταν στην περιοχή μας στην δεκαετία του 50, ενώ ακολούθησε Στειακό γλέντι για όλους.

Πολύ ενδιαφέρουσα η εισήγηση του Μανώλη Λυκάκη για την Μαντινιάδα και μπορείτε να την παρακολουθήσετε στο παρακάτω video:

 https://youtu.be/0yPYS0j1PBk
ΦΟΡΑΔΑΡΗΣ
Κωστής Χατζαντωνάκης στα χαρτιά της Κοινότητας Ζήρου Σητείας, μα Φοραδάρης στη συνείδηση και την ντοπιολαλιά των συντοπιτών του. Γόνος του διωγμένου από τους Τούρκους Χατζή-Καραντώνη (Καρά-Αντώνη) και στη συνέχεια Χατζαντώνη και τέλος Χατζαντωνάκη για την ευθυγράμμιση με την Κρητική κατάληξη. Λιγοστές οι πληροφορίες για το Φοραδάρη. Για ορισμένα στοιχεία, λέμε στο περίπου. Υπάρχουν όμως και άλλα που διασώθηκαν στόμα με στόμα. ΄Ετσι, με αυτά από το στόμα του δισέγγονου του αδελφού του Φοραδάρη κι ακόμη λίγο συναίσθημα και λίγη φαντασία δικαιολογημένη – εποικοδομητική, αποτολμούμε να γράψουμε για το θρυλικό αυτό καλλιτέχνη-λυράρη, μια και δεν ασχολήθηκε κανείς άλλος ιδιαίτερα για το πρόσωπο αυτό στο διάβα τόσων χρόνων. Θα πούμε λοιπόν πως γεννήθηκε στη Ζήρο Σητείας, περίπου το 1840. Στα αρχεία της Κοινότητας δεν υπάρχουν σχετικά στοιχεία του Ληξιαρχείου. Η λαϊκή μνήμη και η παράδοση, τον παρακολουθεί από την εποχή που πολύ νέος, έφυγε από το χωριό του για την Ιεράπετρα, όπου βρήκε δουλειά σε κτήματα ή άλλες εργασίες. Δεν υπάρχουν άλλες λεπτομέρειες. ΄Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου που ο Φοραδάρης αποφάσισε να γυρίσει στο χωριό του τη Ζήρο,την εποχή εκείνη ήταν το μεγαλύτερο χωριό της επαρχίας Σητείας, επέστρεψε με τη λύρα του φτασμένος και ζηλευτός λυράρης. Δεν είναι γνωστό σε πια ηλικία πήγε στην Ιεράπετρα, πάντως σε ηλικία που του επέτρεπε να δουλεύει και να φροντίζει για τον εαυτόν του. Στην Ιεράπετρα συνεπώς, τις ελεύθερες ώρες του, μαθήτευε δίπλα στη λύρα του, που σιγά σιγά την έκανε να λαλήσει και να βγάλει τις όμορφες κοντυλιές, όπως η παράδοση από το λαό κατέγραψε την εποχή εκείνη. Δεν ξέρομε αν , όταν έφυγε από το χωριό του και πήγε στην Ιεράπετρα, είχε από τότε τη λύρα του. Είναι όμως ενδεχόμενο και το πιο πιθανόν. Την περίοδο εκείνη, στην Ιεράπετρα, ζούσε ο Τούρκος Σαλής, που είχε μεγάλη φήμη για το ωραίο βιολί του, στην τοπική παράδοση, όπως αναφέρει και ο καθηγητής Χατζιδάκης στο βιβλίο του «Κρητική Μουσική».Δεν γνωρίζομε όμως τίποτε το συγκεκριμένο από τη μουσική του.Αν λάβουμε όμως τον Φοραδάρη σαν ενδιάμεσο στη μεταφορά της μουσικής, τότε έχομε γνώμη για την περίπου μουσική του Σαλή και δικαιούμεθα να κάνουμε αυτή την υπόθεση. Με βάση αυτό το γεγονός, της ύπαρξης δηλαδή στην περιοχή αυτή του φημισμένου βιολιστή Σαλή, δικαιούμεθα επίσης να κάμουμε το συλλογισμό, να ήταν άραγε εκείνος αιτία και διάλεξε την Ιεράπετρα να εργάζεται ώστε να μπορεί να ακούει τις κοντυλιές του Σαλή ή και άλλων και να τροφοδοτεί τη λύρα του ; Τίποτε δεν αποκλείεται, αφού είναι βέβαιο πως ο Φοραδάρης γύρισε στο χωριό του τέλειος λυράρης. Η επιστροφή δε του Φοραδάρη στο πατρικό σπίτι έχει ως εξής: Την εποχή εκείνη μεταφορικά μέσα δεν υπήρχαν. Μόνο με τους αγωγιάτες γινόταν οι μετακινήσεις.Ο τρόπος όμως αυτός ήταν δαπανηρός για το πορτοφόλι του Φοραδάρη.΄Ετσι αποφάσισε και ….δανείστηκε μια φοράδα που έβοσκε σε κάποιο χωράφι, πήγε μ’ αυτήν καβάλα στο χωριό του κι όταν πέζεψε έστειλε μαντάτο στον ιδιοκτήτη του ζώου πως η φοράδα του βρίσκεται στη Ζήρο και να φροντίσει να την πάρει πίσω. Οι χωριανοί του που τον είδαν να επιστρέφει καβάλα στη φοράδα και φυσικά με τη λύρα του στο χέρι ή κρεμασμένη δίπλα του, αποθανάτησαν την εικόνα αυτή με τον αναβάτη και από τότε μέχρι και σήμερα, ο Κωστής Χατζαντωνάκης έγινε Φοραδάρης και έτσι πέρασε και στα μητρώα της Παράδοσης. Ο Φοραδάρης είχε γίνει διάσημος κοντά στο λαό που ζούσε αλλά και στην ευρύτερη περιοχή, όσο μακριά μπορούσε να φθάσει η φήμη του με τις συνθήκες της τότε ζωής. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως αναφερόμαστε σε περίοδο Τουρκοκρατίας. Η καλή αυτή φήμη, δεν ήταν μόνο για τη δεξιοτεχνία του στο όργανο, αλλά και για τις νέες κοντυλιές που παρουσίαζε κάθε τόσο. Για τις συνθέσεις αυτές, έχομε τις παρακάτω πληροφορίες: Παλιός λυράρης, της περιοχής, νεότερος του Φοραδάρη, αφηγήθηκε πως κάθε φορά που περνούσε από το σπίτι του, που ήταν έξω από τη Ζήρο, έπαιζε και καινούργιους σκοπούς. Οι μετέπειτα λυράρηδες και βιολάτορες, Κιρλίμπας, Δερμιτζάκης, Ρεμπελάκης που παίζει και σήμερα με τη λύρα του κοντυλιές του Φοραδάρη, Χαρκιάς κ.ά. με λύρα ή βιολί ή και τα δυο, απόδιδαν πολλές από τις κοντυλιές που έπαιζαν στον Φοραδάρη. Προσωπική μου άποψη, οι κοντυλιές στις κλίμακες Re minore, La minore, sol maggiore, πιθανόν και Re maggiore με πολλά από τα γυρίσματα που χρησιμοποιούν οι μεταγενέστεροι στις λύρες και τα βιολία των, προέρχονται από τη λύρα και τις εμπνεύσεις του Φοραδάρη. Την περίοδο εκείνη δεν είχε ακουστεί, λέει απόγονος του Φοραδάρη, να υπάρχει στην περιοχή άλλος οργανοπαίχτης ισάξιος ή ανώτερος από αυτόν.Πολύ μεταγενέστερα, υπήρξε στη Ζάκρο ένας καλός τεχνίτης του βιολιού ονομαζόμενος Ανατολιωτάκης (1870-1932). Η σύζυγός του, ήταν εγγονή του Φοραδάρη.Από τον παππού πήρε το παρώνυμο Φοραδάρης, έπαιζε δε με το βιολί του θαυμάσια τις κοντυλιές του παππού γι’ αυτό ‘επιασε και εύκολα το παρώνυμό του. ΄Ηταν εξ άλλου συνηθισμένο να αποκαλούν με το παρώνυμο αυτό πολλούς από εκείνους που έπαιζαν αποκλειστικά τις κοντυλιές του Φοραδάρη. Ο Φοραδάρης συνήθιζε να πηγαίνει στο γειτονικό χωριό, Καλό Χωριό, γιατί εκεί υπήρχαν πολλοί γλεντζέδες και τους διασκέδαζε με τη λύρα του. Ο δικηγόρος Αγγελάκης στο βιβλίο του Σητειακά, αναφέρει πως δεν ήταν δυνατόν να γίνει στην περιοχή αξιόλογο γλέντι, χωρίς την παρουσία του Φοραδάρη με τη λύρα του. Οι κοπέλες στο χωριό του και το γειτονικό, του έταζαν κουλούρες ψωμί και όσπρια, κάθε μια και ορισμένη ποσότητα, για να παίξει τη λύρα του και να τις διασκεδάσει. Από τη λεπτομέρεια αυτή που διασώθηκε μέχρι των ημερών μας, προκύπτει πως ο Φοραδάρης εξοικονομούσε κυρίως από τη λύρα τα χρήματα και άλλους πόρους, για να αντιμετωπίσει τά έξοδα της οικογένειας που δημιούργησε στη Ζήρο. Πολλοί συνόδευαν τη λύρα του Φοραδάρη με το νταούλι. Ιδιαίτερα όμως χρησιμοποιούσε και μάλιστα τακτικά ένα βοσκάκι που είχε κι αυτός κάποιο λυράκι και το έπαιζε σαν έβοσκε τις κατσίκες του στις γύρω βουνοκορφές, προσπαθώντας να περάσει από τα μουσικά βήματα του δασκάλου του Φοραδάρη. Αυτός ήταν ο Γιώργης Χαρκιολάκης (1877-1962) με το παρατσούχλι «Καλοχωριανός» επειδή ήταν από το διπλανό στη Ζήρο χωριό «Καλό χωριό». Κάποια βραδιά, μετά το τέλος της διασκέδασης, ο Φοραδάρης μάζεψε όλα τα φιλοδωρήματα που του έδωσαν οι χορευτές και οι άλλοι και τα έδωσε στον πασαδόρο του με το νταούλι Καλοχωριανό, για να αγοράσει καλή λύρα. ΄Ετσι αγόρασε ο Χαρκιολάκης την πρώτη καλή λύρα του. Πολλές από τις πληροφορίες αυτές, έχουν δοθεί από το γιο του Καλοχωριανού, που συνεχίζει την παράδοση του πατέρα του με βιολί, ηλικίας σήμερα πάνω από 95 χρόνων. Ο Φοραδάρης, είχε αναγνωρίσει το ταλέντο και την επιδεξιότητα στη λύρα του Καλοχωριανού και τον υπόδειχνε σαν μελλοντικό αντικαταστάτη του, όπως και πραγματικά συνέβη. Αυτός αντέγραψε πιστά το δάσκαλό του και έφερε τη μουσική του στις μέρες μας. Ο Φοραδάρης δεν είχε καλή υγεία. ΄Ηταν φυματικός και είχε προβλέψει ο ίδιος το τέλος του. Ο θρύλος και η παράδοση λέει, πως κάποια μέρα, περνώντας από κάποιο δρόμο στο χωριό του, είδε στον αμέσως δίπλα και παρακάτω δρόμο να περπατά με την ίδια κατεύθυνση, πιο μπροστά, ο ίδιος ο εαυτός του, που τον αναγνώρισε από το παλτό του που έφερε και ένα μπάλωμα. ‘ Όταν σταματούσε αυτός σταματούσε και το όραμά του. Σαν ξεκινούσε έκανε το ίδιο και ο όμοιός του. Αυτό του έδωσε να καταλάβει πως πλησίαζε το τέλος του. Σε προχωρημένο στάδιο της αρρώστιας του, τον κάλεσε στο σπίτι του ο συγχωριανός του Ψωμαδάκης ή Μάντακας που είχε διασκέδαση, για να παίξει τη λύρα του, χωρίς εκείνος να γνωρίζει το πρόβλημά του. Παρόλο που δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί, για να μην παρεξηγηθεί πήγε. Εκεί έπαιξε για τελευταία φορά τη λύρα του και είπε και την τελευταία μαντινιάδα του: «Ο χάροντας την ήβαλε τη χέρα του στον μπέτη και πήρε μου τη δύναμη κι όλο μου το κουβέτι». Ο Φοραδάρης πέθανε σχετικά νέος, γύρω στο έτος 1900. Από τότε μέχρι και σήμερα, ζει μέσα στο θρύλο που δημιουργήθηκε αποκλειστικά και μόνο για χάρη του μουσικού ‘εργου του που το μεταλαμπάδεψε στους μεταγενέστερούς του κι αυτοί του το αναγνώρισαν. Οι κοντυλιές, οι σκοποί που άφησε,πέρασαν από τις λύρες και τα βιολιά στη μετέπειτα εποχή κι ακόμη από το βιολί του Στρατή Καλογερίδη. Ανάμεσα στα μουσικά ακούσματα που τον γαλούχησαν ήταν και εκείνα από τη μουσική του Φοραδάρη. Εντύπωση δημιουργεί το γεγονός, πως και σήμερα ακόμη,όχι μόνο οι οργανοπαίχτες της περιοχής, αλλά και ο απλός λαός είναι πληροφορημένος για το Φοραδάρη και πολλές φορές ζητά τις κοντυλιές του στα γλέντια.
Ο Φοραδάρης είναι η εμπροσθοφυλακή της γνωστής μουσικής παράδοσης στην περιοχή της Σητείας, ίσως και της Ανατ. Κρήτης. Στη μνήμη και τη φαντασία του λαού μένει η εικόνα του καβαλάρη πάνω στη φοράδα με τη λύρα μαζί του, επιστρέφοντας στο πατρικό του σπίτι. Η μουσική ιστορία του στην παράδοση και η ζωή του γενικά, μοιάζει σαν παραμύθι. Η αρχή του παραμυθιού χάνεται μπροστά του, μα συνεχίζει με τη ζωή του και φθάνει μέχρι εμάς, ενσαρκωμένο στη μορφή της μουσικής μας παράδοσης.
Πηγή: easterncretanviolonmusic.gr