Παρασκευή, 24 Ιουλίου, 2026
spot_img
ΑρχικήΕΙΔΗΣΕΙΣΣΗΤΕΙΑΗ μέρα που η Σητεία σώπασε...Γράφει η Όλγα Δρακάκη

Η μέρα που η Σητεία σώπασε…Γράφει η Όλγα Δρακάκη

Η μέρα που η Σητεία σώπασε

Υπάρχουν μέρες που τις γράφει η Ιστορία.
Και υπάρχουν μέρες που τις γράφει η ψυχή ενός τόπου.
Η 21η Ιουλίου ήταν μία από αυτές.
Για χρόνια η Σητεία περίμενε αυτή τη στιγμή.
Τη ζητούσε.
Την ονειρευόταν.
Οι άνθρωποί της, οι επαγγελματίες, οι φορείς και η αυτοδιοίκηση διεκδικούσαν επίμονα να γίνει το λιμάνι της προορισμός της διεθνούς κρουαζιέρας. Όχι από ματαιοδοξία, αλλά από ανάγκη. Γιατί όταν ζεις στο ανατολικότερο άκρο της Κρήτης, μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα, κάθε ευκαιρία ανάπτυξης αποκτά μεγαλύτερη αξία.
Δεν είναι απλώς μια επιχειρηματική προοπτική.
Είναι μια ανάσα για μια τοπική οικονομία που αγωνίζεται να κρατήσει τα παιδιά της στον τόπο τους.
Και όταν έφτασε επιτέλους εκείνη η ημέρα…
Δεν έφερε μόνο τουρίστες.
Έφερε μαζί της κι ένα δύσκολο ερώτημα.
Το ισραηλινό κρουαζιερόπλοιο Crown Iris, με περίπου 1.500 επιβάτες, έδεσε στο λιμάνι της Σητείας.
Η μέρα ήταν λαμπερή.
Ο ουρανός καθαρός.
Η θάλασσα σχεδόν ακίνητη.
Ήταν μια μέρα που έμοιαζε φτιαγμένη για γιορτή.
Κι όμως…
Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά.
Όχι από τη ζέστη.
Από τις σκέψεις.
Η ειδησεογραφία είχε ήδη προαναγγείλει τη διαμαρτυρία που θα πραγματοποιούνταν με αφορμή την άφιξη του πλοίου, σε συνέχεια αντίστοιχων κινητοποιήσεων και σε άλλα ελληνικά λιμάνια. Ένας πόλεμος που εξελισσόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά είχε φτάσει, έστω και συμβολικά, μέχρι το λιμάνι της Σητείας.
Θα μπορούσα να σταθώ ανάμεσα στους διαδηλωτές.
Δεν το έκανα.
Επέλεξα να περπατήσω στην πόλη.
Ήθελα να ακούσω τη Σητεία.
Γιατί οι πόλεις μιλούν.
Όχι με λέξεις.
Με βλέμματα.
Με παύσεις.
Με σιωπές.
Κάθισα σ’ ένα μικρό καφέ, απ’ όπου μπορούσα να βλέπω το λιμάνι.
Εκεί κατάλαβα ότι η πραγματική διαδήλωση δεν γινόταν στον δρόμο.
Γινόταν μέσα στους ανθρώπους.
«Τους βλέπετε; Αυτοί είναι οι άπλυτοι…»
«Θέλουν να καταστρέψουν τον τουρισμό…»
«Θέλουν να διώξουν τον κόσμο…»
Οι κουβέντες ακούγονταν δυνατές.
Όμως πίσω από αυτές δεν διέκρινα μόνο θυμό.
Διέκρινα αγωνία.
Και όσο περνούσε η ώρα, άρχισα να καταλαβαίνω ότι αυτή η αγωνία είχε ένα κοινό όνομα.
Φόβος.
Γιατί ζούμε σε έναν κόσμο που μοιάζει ολοένα πιο απρόβλεπτος.
Πόλεμοι.
Οικονομική ανασφάλεια.
Κοινωνική ένταση.
Αβεβαιότητα.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο φόβος έχει γίνει σχεδόν το υπόστρωμα της καθημερινότητάς μας.
Μόνο που σπάνια εμφανίζεται ως φόβος.
Άλλοτε μεταμφιέζεται σε θυμό.
Άλλοτε σε επιθετικότητα.
Άλλοτε σε ειρωνεία.
Άλλοτε σε απόλυτες βεβαιότητες.
Κι άλλοτε σε σιωπή.
Εκείνη τη μέρα στη Σητεία συνειδητοποίησα ότι κάθε πλευρά κουβαλούσε τον δικό της φόβο.
Οι επαγγελματίες φοβούνταν μήπως χαθεί μια ευκαιρία που περίμεναν χρόνια.
Μήπως το πρώτο κρουαζιερόπλοιο γίνει και το τελευταίο.
Μήπως η πόλη στιγματιστεί.
Μήπως χαθεί ακόμη μία δυνατότητα ανάπτυξης.
Οι άνθρωποι που διαμαρτύρονταν φοβούνταν κάτι διαφορετικό.
Φοβούνταν ότι η σιωπή απέναντι σε έναν πόλεμο θα έμοιαζε με αποδοχή.
Ότι η οικονομία θα ζητούσε από τη συνείδηση να σωπάσει.
Κανείς δεν μιλούσε εύκολα.
Στις μικρές κοινωνίες οι άνθρωποι γνωρίζονται.
Η διαφωνία δεν τελειώνει το βράδυ.
Σε περιμένει το επόμενο πρωί στον φούρνο.
Στο καφενείο.
Στη λαϊκή.
Στο λιμάνι.
Γι’ αυτό πολλές φορές η σιωπή δεν είναι αδιαφορία.
Είναι προσπάθεια να μη σπάσουν οι σχέσεις.
Να μη χαθεί ο κοινωνικός ιστός.

Πλησίασα στο λιμάνι.
Το πλοίο είχε ήδη δέσει.
Περίμενα ένταση.
Αντί γι’ αυτήν είδα μια διαμαρτυρία που στεκόταν μακριά από την αποβίβαση των επιβατών.
Οι διαδηλωτές άπλωσαν την παλαιστινιακή σημαία.
Φώναξαν συνθήματα υπέρ της ειρήνης και της ελευθερίας.
Δεν εμπόδισαν την έξοδο των επισκεπτών.
Δεν επιδίωξαν σύγκρουση.
Όταν κάποιοι επιβάτες απάντησαν με προκλητικές χειρονομίες, εκείνοι δεν ανταπέδωσαν.
Η αστυνομία παρακολουθούσε διακριτικά.
Δεν χρειάστηκε να παρέμβει.
Η κινητοποίηση ολοκληρώθηκε χωρίς επεισόδια.
Και τότε συνειδητοποίησα κάτι ακόμη.
Το μεγαλύτερο λάθος που κάνουμε σήμερα είναι ότι δεν αναγνωρίζουμε τον φόβο του άλλου.
Τον μεταφράζουμε αμέσως σε κακία.
Σε ιδεοληψία.
Σε αδιαφορία.
Σε συμφέρον.
Έτσι η επικοινωνία σταματά πριν καν αρχίσει.
Το βλέπουμε καθημερινά και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Άνθρωποι που φαίνονται επιθετικοί μπορεί απλώς να είναι εξαντλημένοι.
Άνθρωποι που μοιάζουν αδιάφοροι μπορεί να βρίσκονται σε άμυνα.
Άνθρωποι που φωνάζουν ίσως προσπαθούν να καλύψουν μια βαθιά ανασφάλεια.
Ο φόβος δεν είναι αδυναμία.
Είναι σήμα.
Είναι ο τρόπος που το σώμα και η ψυχή μας προειδοποιούν ότι νιώθουμε να απειλείται κάτι πολύτιμο.
Η εργασία μας.
Η οικογένειά μας.
Οι αξίες μας.
Η πατρίδα μας.
Η ανθρωπιά μας.
Εκεί κατάλαβα γιατί αυτή η πόλη μου φάνηκε τόσο ώριμη.
Δεν είναι μόνο ένας όμορφος τόπος.
Είναι ένας τόπος που έμαθε να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις.
Ο τουρισμός εδώ δεν είναι στατιστικός δείκτης.
Είναι το δωμάτιο που νοικιάζει μια οικογένεια.
Το καΐκι.
Το ταξί.
Το μικρό καφέ.
Το μαγαζί που περιμένει λίγους ακόμη πελάτες για να περάσει τον χειμώνα.
Αλλά η Σητεία είναι και κάτι ακόμη.
Είναι ο τόπος του Βιτσέντζου Κορνάρου.
Της μουσικής.
Της παρέας.
Της ρακής.
Των πολιτιστικών συλλόγων.
Της φιλοξενίας.
Ένας τόπος που έμαθε να ανοίγει το σπίτι του στον ξένο.
Και ίσως γι’ αυτό ο πραγματικός διχασμός δεν ήταν ποτέ ανάμεσα στους κατοίκους.
Ήταν μέσα στην ίδια την πόλη.
Από τη μία στεκόταν το όνειρο που περίμενε χρόνια να γίνει πραγματικότητα.
Να γεμίσει το λιμάνι ζωή.
Να αναπνεύσει η οικονομία.
Να αποκτήσει προοπτική.
Από την άλλη στεκόταν η συνείδηση ανθρώπων που δεν μπορούσαν να προσπεράσουν έναν πόλεμο χωρίς να υψώσουν τη φωνή τους για την ειρήνη.
Δεν ήταν μια σύγκρουση ανθρώπων.
Ήταν μια σύγκρουση αξιών.
Και ίσως γι’ αυτό ήταν τόσο δύσκολη.
Γιατί όταν ο φόβος κυριαρχεί, οι άνθρωποι σπάνια πείθονται μόνο με επιχειρήματα.
Πείθονται όταν αισθανθούν ότι δεν απειλούνται.
Όταν νιώσουν ότι ακούγονται.
Ότι κάποιος αναγνωρίζει την αγωνία τους πριν κρίνει τη θέση τους.
Ίσως λοιπόν το πιο πολιτικό ερώτημα της εποχής μας να μην είναι ποιος έχει δίκιο.
Αλλά πώς μιλάς σε ανθρώπους που φοβούνται χωρίς να εκμεταλλεύεσαι τον φόβο τους.
Πώς δημιουργείς κοινότητες εμπιστοσύνης αντί για στρατόπεδα.
Πώς μετατρέπεις την ανασφάλεια σε αλληλεγγύη αντί για εχθρότητα.
Φεύγοντας από το λιμάνι γύρισα και κοίταξα τη Σητεία για τελευταία φορά εκείνη την ημέρα.
Δεν είδα μια πόλη διχασμένη.
Είδα μια πόλη που μεγάλωσε μέσα σε λίγες ώρες.
Μια πόλη που αναγκάστηκε να κοιτάξει ταυτόχρονα προς τη θάλασσα που της φέρνει ζωή και προς τον ορίζοντα όπου οι πόλεμοι εξακολουθούν να σκοτεινιάζουν τον κόσμο.
Οι μεγάλες πόλεις γράφουν την ιστορία τους με γεγονότα.
Οι μικρές πόλεις τη γράφουν με τους ανθρώπους τους.
Και εκείνη την 21η Ιουλίου, η Σητεία δεν φώναξε.
Η Σητεία σώπασε.
Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή άκουσα πιο καθαρά από ποτέ την ψυχή της.
Ίσως γιατί, τελικά, η μεγαλύτερη δύναμη μιας κοινωνίας δεν είναι να σκέφτονται όλοι το ίδιο.
Είναι να μπορούν να συνεχίσουν να κοιτάζονται στα μάτια, ακόμη κι όταν διαφωνούν.
Και αυτό, στις μέρες μας, είναι ίσως η πιο σπάνια μορφή ειρήνης.

RELATED ARTICLES

Τελευταία Νέα