Αναφορά προς τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κατέθεσε η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Κατερίνα Σπυριδάκη, φέρνοντας στη Βουλή τη σοβαρή κρίση που αντιμετωπίζει η αγορά ελαιολάδου, καθώς χιλιάδες τόνοι παραμένουν αδιάθετοι στις αποθήκες παραγωγών και συνεταιρισμών, την ώρα που οι τιμές παραγωγού συμπιέζονται και το κόστος καλλιέργειας εξακολουθεί να αυξάνεται.
Με την κοινοβουλευτική της παρέμβαση, η Βουλευτής αποτυπώνει την ιδιαίτερα δυσμενή εικόνα στην Κρήτη και την αδυναμία διάθεσης ακόμη και ελαιολάδου διεθνώς αναγνωρισμένης ποιότητας. Παράλληλα, ζητά από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου να ενημερώσει τη Βουλή για τα άμεσα μέτρα στήριξης των ελαιοπαραγωγών, την αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας της αγοράς και τον συνολικό σχεδιασμό για την εμπορία, την τυποποίηση και την εξωστρέφεια του ελληνικού ελαιολάδου.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Αναφορά: «Χιλιάδες τόνοι ελαιολάδου εξακολουθούν να παραμένουν αδιάθετοι στις αποθήκες συνεταιρισμών και παραγωγών, ενώ η αγορά παραμένει ουσιαστικά παγωμένη, προκαλώντας έντονη ανησυχία στον ελαιοκομικό κόσμο και ιδιαίτερα στις ελαιοπαραγωγικές περιοχές της Κρήτης.»
Η κατάσταση προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό, καθώς το πρόβλημα δεν αφορά ένα προϊόν χαμηλής ποιότητας ή περιορισμένης εμπορικής αξίας. Αντιθέτως, αφορά το ελληνικό εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, ένα προϊόν με ισχυρή διεθνή αναγνώριση, το οποίο όμως παραμένει εγκλωβισμένο σε ένα παραγωγικό και εμπορικό μοντέλο που δεν διασφαλίζει ούτε δίκαιες τιμές για τους παραγωγούς ούτε την προστιθέμενη αξία που δικαιούται η χώρα.
Στην Αναφορά επισημαίνεται: «Παρά τη διεθνώς αναγνωρισμένη ποιότητα του ελληνικού εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου, η εμπορική δραστηριότητα κινείται με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς, ενώ οι τιμές που προσφέρονται στους παραγωγούς βρίσκονται σε επίπεδα που, σε πολλές περιπτώσεις, δεν καλύπτουν ούτε το αυξημένο κόστος παραγωγής.»
Την ίδια στιγμή, οι αποθηκευμένες ποσότητες αυξάνονται και η ρευστότητα των παραγωγών και των συνεταιρισμών περιορίζεται δραματικά. Οι ελαιοπαραγωγοί έχουν ήδη επιβαρυνθεί με το κόστος καλλιέργειας, συγκομιδής, ελαιοποίησης και αποθήκευσης, χωρίς να γνωρίζουν πότε θα διαθέσουν το προϊόν τους και σε ποια τιμή.
Όπως υπογραμμίζεται: «Σημαντικές ποσότητες ελαιολάδου παραμένουν αποθηκευμένες χωρίς αγοραστές, δημιουργώντας συνθήκες ασφυξίας για τους παραγωγούς, τους συνεταιρισμούς και συνολικά την αγροτική οικονομία.»
Ενδεικτικό της έκτασης της κρίσης είναι το ελαιόλαδο της Κριτσάς. Παρά τη φήμη, την ποιότητα και την ισχυρή ταυτότητα του προϊόντος, σε πρόσφατη διαδικασία δεν κατατέθηκε καμία προσφορά. Το γεγονός αυτό αποτυπώνει με τον πιο σαφή τρόπο ότι η αγορά δεν λειτουργεί ομαλά και ότι ακόμη και παραγωγικές περιοχές με ισχυρό όνομα και εξαιρετικό προϊόν δεν παραμένουν ανεπηρέαστες.
Η κοινοβουλευτική παρέμβαση αναδεικνύει ότι η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια πρόσκαιρη διακύμανση της αγοράς. Αντιθέτως, συνδέεται με χρόνιες και διαρθρωτικές αδυναμίες του ελληνικού μοντέλου εμπορίας του ελαιολάδου.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η μειωμένη ζήτηση, η μεγάλη εξάρτηση από τις χύμα εξαγωγές, ιδίως προς την Ιταλία, οι πιέσεις από ελαιόλαδα τρίτων χωρών, όπως η Τυνησία, το υψηλό κόστος παραγωγής και η απουσία μιας σταθερής, ολοκληρωμένης εθνικής στρατηγικής για την προώθηση και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού προϊόντος.
Η Αναφορά συνδέει επίσης τη σημερινή κατάσταση με την προηγούμενη κοινοβουλευτική παρέμβαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΠΑΣΟΚ, ήδη από τον Ιανουάριο του 2026, σχετικά με την αύξηση των αδασμολόγητων εισαγωγών ελαιολάδου από την Τυνησία προς την ευρωπαϊκή αγορά.
Όπως επισημαίνεται: «Είχαμε προειδοποιήσει ότι η περαιτέρω ενίσχυση των εισαγωγών από τρίτες χώρες, χωρίς επαρκείς δικλείδες προστασίας για τους Ευρωπαίους παραγωγούς, θα ασκούσε πρόσθετες πιέσεις στις τιμές παραγωγού και θα υπονόμευε την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού ελαιολάδου.»
Οι εξελίξεις, σύμφωνα με την Αναφορά, επιβεβαιώνουν ότι οι ανησυχίες αυτές ήταν απολύτως βάσιμες. Η αύξηση των εισαγωγών από τρίτες χώρες, σε συνδυασμό με την έλλειψη εθνικής στρατηγικής, αφήνει τον Έλληνα παραγωγό εκτεθειμένο στις πιέσεις μιας άνισης και ευμετάβλητης αγοράς.
Όπως χαρακτηριστικά τονίζεται: «Οι εξελίξεις που σήμερα βιώνουν οι Έλληνες ελαιοπαραγωγοί επιβεβαιώνουν ότι οι προειδοποιήσεις αυτές δεν εισακούστηκαν και καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.»
Με την Αναφορά της, η Κατερίνα Σπυριδάκη καλεί τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να εξετάσει άμεσα τα ζητήματα που έχουν ανακύψει και να ενημερώσει τη Βουλή για τις συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προτίθεται να προβεί.
Ειδικότερα, ζητά ουσιαστικά μέτρα για τη στήριξη των ελαιοπαραγωγών και των συνεταιρισμών, την ενεργοποίηση της αγοράς, την αντιμετώπιση της συμπίεσης των τιμών και την κάλυψη του αυξημένου κόστους παραγωγής.
«Η ελαιοκομία δεν αποτελεί μια περιφερειακή ή δευτερεύουσα οικονομική δραστηριότητα. Είναι βασικός πυλώνας του πρωτογενούς τομέα, της κοινωνικής συνοχής και της οικονομικής ζωής της Κρήτης και πολλών ακόμη περιοχών της χώρας. Η παρατεταμένη αδυναμία διάθεσης του προϊόντος απειλεί τη βιωσιμότητα χιλιάδων εκμεταλλεύσεων, ενισχύει την εγκατάλειψη της αγροτικής δραστηριότητας και δημιουργεί ένα ακόμη σοβαρό αντικίνητρο για την παραμονή των νεότερων γενεών στην ύπαιθρο. Σε αυτή την κατάσταση η Κυβέρνηση δεν μπορεί να μένει παρατηρητής των εξελίξεων. Απαιτείται άμεσο σχέδιο στήριξης, εθνική στρατηγική που θα επενδύει συλλογικά στην εξωστρέφεια και στην ισχυρή ελληνική ταυτότητα του προϊόντος», δήλωσε χαρακτηριστικά η Βουλευτής Λασιθίου του ΠΑΣΟΚ.

