Ένα άρθρο για την αυτοαποικιοποίηση, την ελληνική αυτοεικόνα και την επικίνδυνη συνήθεια να θεωρούμε το απαράδεκτο αναπόφευκτο.
Πες, γιατρέ μου, τι μου συμβαίνει;
Εδώ και περίπου διακόσια χρόνια, κάθε τόσο, κάποιος εμφανίζεται για να μου κάνει διάγνωση.
Μου είπαν ότι είμαι τεμπέλης, ανοργάνωτος, διεφθαρμένος. Ότι δεν είμαι αρκετά Ευρωπαίος. Ότι δεν είμαι «κανονικός».
Και, για να τελειώνουμε, μου φόρτωσαν μέχρι και το ελληνικό DNA.
Γιατρέ μου, πάσχω από κάποια ασθένεια ή απλώς έχω πέσει σε λάθος γιατρούς;
Γιατί αρχίζω να υποψιάζομαι ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται στον ασθενή. Ίσως βρίσκεται στη διάγνωση. Και ίσως, ακόμη χειρότερα, στον καθρέφτη μέσα στον οποίο έχω μάθει να κοιτάζω τον εαυτό μου.
Ο εξεταστής που δεν έφυγε ποτέ
Κάποτε, ένας Ευρωπαίος περιηγητής έφτασε στην Ελλάδα έχοντας ήδη αποφασίσει ποια Ελλάδα ήθελε να ανακαλύψει.
Ήθελε να συναντήσει τον Περικλή, τον Πλάτωνα, τον Παρθενώνα, τη δημοκρατία, την αρμονία.
Και ύστερα…
Συνάντησε εμάς.
Κάπου εκεί γεννήθηκε το μεγάλο ερώτημα:
«Είστε, άραγε, αντάξιοι των προγόνων σας;»
Από τότε, φαίνεται πως δίνουμε διαρκώς εξετάσεις. Το παράξενο είναι ότι ο εξεταστής έχει φύγει εδώ και πολύ καιρό.
Εμείς, όμως, συνεχίζουμε να γράφουμε διαγώνισμα.
Και το χειρότερο; Έχουμε αρχίσει να βαθμολογούμε μόνοι μας τον εαυτό μας. Συνήθως κάτω από τη βάση.
Η αρχαιότητα έγινε η μεγαλύτερη πηγή υπερηφάνειάς μας, αλλά και ο πιο αυστηρός καθρέφτης μας.
«Εμείς δώσαμε τα φώτα στον κόσμο!»
Και λίγο αργότερα:
«Δεν είμαστε σοβαρή χώρα».
«Έχουμε τον Παρθενώνα!»
Και αμέσως μετά:
«Πότε θα γίνουμε επιτέλους Ευρώπη;»
Έτσι, η Ευρώπη έπαψε να είναι μόνο ένας γεωγραφικός και πολιτικός προορισμός. Έγινε, στα μάτια μας, το μέτρο της «κανονικότητάς» μας.
Κάποια στιγμή, όμως, ο εξεταστής έφυγε. Ο καθρέφτης έμεινε.
Όταν ο ξένος καθρέφτης γίνεται δικός μας
Ο ανθρωπολόγος Michael Herzfeld χρησιμοποίησε την έννοια της κρυπτοαποικιοκρατίας (crypto-colonialism) για να περιγράψει, μεταξύ άλλων, τη θέση χωρών που διατηρούν την τυπική ανεξαρτησία τους, αλλά παραμένουν εξαρτημένες από εξωτερικά πρότυπα και πιέσεις.
Ο Alexander Kiossev ανέπτυξε την έννοια της αυτοαποικιοποίησης (self-colonization), αναδεικνύοντας τον τρόπο με τον οποίο κοινωνίες υιοθετούν το βλέμμα του Άλλου και αντιμετωπίζουν τον εαυτό τους μέσα από ξένα πολιτισμικά πρότυπα.
Με απλά λόγια, δεν χρειάζεται πλέον να μας πει κάποιος ότι είμαστε κατώτεροι.
Το λέμε μόνοι μας.
«Ελλάδα είσαι, τι περίμενες;»
«Αυτά μόνο εδώ γίνονται».
«Έτσι είναι ο Έλληνας».
Κάπως έτσι έγινε το μεγάλο κόλπο: τα προβλήματα των θεσμών μετατράπηκαν σε προβλήματα εθνικής ταυτότητας.
Δεν λειτουργεί το κράτος;
«Έτσι είναι ο Έλληνας».
Υπάρχει διαφθορά;
«Ελληνική νοοτροπία».
Υπάρχει πελατειακό κράτος;
«Ελληνικό DNA».
Το «κάτι δεν λειτουργεί» έγινε «εμείς δεν λειτουργούμε».
Και αυτό είναι εξαιρετικά βολικό.
Γιατί, όταν το πρόβλημα αποδίδεται σε μια δήθεν αμετάβλητη εθνική ιδιοσυγκρασία, δεν χρειάζεται πια να αναρωτηθούμε ποιος αποφάσισε, ποιος είχε τη δύναμη, ποιος ωφελήθηκε και ποιος πρέπει να λογοδοτήσει.
Αρκεί το γνωστό:
«Μαζί τα φάγαμε».
Ωραίο το «μαζί». Ιδίως όταν κάποιοι κρατούσαν το πιρούνι και κάποιοι άλλοι καλούνταν να πληρώσουν τον λογαριασμό.
Από την κρίση στην παραίτηση
Ύστερα ήρθε η οικονομική κρίση και η διάγνωση απέκτησε επίσημη σφραγίδα.
Τεμπέλης Έλληνας. Σπάταλος Έλληνας. Ανεύθυνος Έλληνας.
Οι σύνθετες οικονομικές, πολιτικές και θεσμικές αιτίες συμπυκνώθηκαν συχνά σε μια εύκολη ετυμηγορία για τον χαρακτήρα ενός ολόκληρου λαού.
Το «δεν μας επιτρέπεται» μετατράπηκε σε «δεν μπορούμε».
Και τελικά:
«Εμείς δεν μπορούμε».
Όταν, όμως, πειστείς ότι δεν μπορείς να αλλάξεις όσα συμβαίνουν γύρω σου, αρχίζεις να αναζητάς τη σωτηρία σου ατομικά.
Η οικογένεια καλύπτει τα κενά του κράτους. Το φροντιστήριο υποκαθιστά τις αδυναμίες του σχολείου. Ο γνωστός παρακάμπτει τον θεσμό. Το «βύσμα» παίρνει τη θέση της αξιοκρατίας.
Και, αν όλα αποτύχουν;
«Αν μπορείς, φύγε».
Έτσι, η επιβίωση γίνεται ιδιωτική υπόθεση και η συλλογική ευθύνη υποχωρεί μπροστά στην ατομική διέξοδο.
Δεν αναρωτιόμαστε πια:
«Πώς θα αλλάξουμε αυτό που δεν λειτουργεί;»
Ρωτάμε:
«Πώς θα τη βγάλω εγώ καθαρή;»
Και κάπως έτσι, η προσωπική διαφυγή μοιάζει πιο εφικτή από τη συλλογική αλλαγή.
Και σήμερα; Τι έχει αλλάξει;
Κάποιος θα μπορούσε να πει:
«Καλά όλα αυτά. Ιστορία, Ευρώπη, περιηγητές, Herzfeld, Kiossev… Τι σχέση έχουν με τη σημερινή Ελλάδα;»
Έχουν. Γιατί ο παλιός εξεταστής μπορεί να έφυγε, αλλά η συνήθεια της αυτοεξέτασης έμεινε.
Σήμερα ίσως να μη χρειάζεται κανείς να μας πει κατάμουτρα ότι είμαστε οι «προβληματικοί Έλληνες».
Το λέμε μόνοι μας.
Κάθε φορά που βλέπουμε ένα νοσοκομείο να υπολειτουργεί:
«Εδώ είναι Ελλάδα».
Κάθε φορά που βλέπουμε ένα σχολείο να αντιμετωπίζει προβλήματα:
«Τι περιμένεις; Έτσι είμαστε».
Κάθε φορά που αποκαλύπτεται ένα σκάνδαλο:
«Όλοι ίδιοι είναι».
Κάθε φορά που ένας νέος σκέφτεται να φύγει στο εξωτερικό:
«Εδώ δεν υπάρχει μέλλον».
Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, η ιστορία γίνεται συνήθεια και η συνήθεια ταυτότητα.
Το κράτος δεν λειτουργεί; Δεν αναζητούμε πια ποιος ευθύνεται και τι πρέπει να αλλάξει.
Λέμε:
«Έτσι είναι η Ελλάδα».
Η ακρίβεια μας γονατίζει;
«Έτσι είναι η αγορά».
Η στέγη γίνεται απλησίαστη;
«Έτσι είναι παντού».
Οι νέοι φεύγουν;
«Έτσι γινόταν πάντα».
Και το πιο επικίνδυνο απ’ όλα;
Συνηθίζουμε το απαράδεκτο.
Όταν μια κοινωνία συνηθίσει τη δυσλειτουργία, κάποια στιγμή παύει να απαιτεί την εύρυθμη λειτουργία των θεσμών. Όταν η αδικία θεωρείται αναμενόμενη και η ατιμωρησία αυτονόητη, η διεκδίκηση αρχίζει να μοιάζει μάταιη.
Τότε ο καθρέφτης κάνει τη δουλειά του. Μας κοιτάζει και μας ψιθυρίζει:
«Μην περιμένεις πολλά. Έλληνας είσαι».
Και φτάνουμε στο σήμερα, εγκλωβισμένοι σε τρεις φράσεις:
«Όλοι ίδιοι είναι».
«Τίποτα δεν αλλάζει».
«Αυτή η χώρα δεν σώζεται».
Το πιο επικίνδυνο, όμως, δεν είναι να φοβάσαι την αλλαγή.
Είναι να έχεις πειστεί ότι η αλλαγή είναι αδύνατη.
Γιατί τότε δεν χρειάζεται κανείς να σε εμποδίσει.
Έχεις ήδη παραιτηθεί.
Η αλλαγή αρχίζει από τη διάγνωση
Γι’ αυτό, γιατρέ μου, μήπως ήρθε η ώρα να αλλάξουμε τη διάγνωση;
Μήπως δεν είμαστε «άρρωστοι» επειδή είμαστε Έλληνες; Μήπως απλώς μάθαμε να κοιτάζουμε τον εαυτό μας μέσα από τα μάτια των άλλων;
Δεν χρειάζεται να ισχυριστούμε ότι είμαστε τέλειοι. Δεν είμαστε. Έχουμε ευθύνες, λάθη, αντιφάσεις και παθογένειες που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε και να αντιμετωπίσουμε.
Αλλά δεν είμαστε η παθογένειά μας.
Και, κυρίως, δεν είμαστε καταδικασμένοι να παραμείνουμε όπως μάθαμε να είμαστε.
Γι’ αυτό ας αλλάξουμε μόνο μία φράση.
Από το:
«Έτσι είμαστε».
Στο:
«Έτσι μάθαμε να είμαστε».
Γιατί το πρώτο είναι καταδίκη.
Το δεύτερο είναι ιστορία.
Και ό,τι αποτελεί προϊόν της ιστορίας μπορεί να αλλάξει, αρκεί να κατανοήσουμε πώς διαμορφώθηκε και να αποφασίσουμε να το αλλάξουμε.
Η συνταγή: Να ξαναπάρουμε πίσω το βλέμμα μας
Πες, λοιπόν, γιατρέ μου, τι μου συμβαίνει;
Αν θέλεις να μου γράψεις μια συνταγή, γράψε μου μόνο μία:
«Να ξαναπάρετε πίσω το βλέμμα σας».
Να πάψουμε να περιμένουμε από τον ξένο καθρέφτη να μας πει ποιοι είμαστε.
Να αρχίσουμε να ρωτάμε ξανά:
Ποιος αποφασίζει;
Ποιος κερδίζει;
Ποιος πληρώνει;
Ποιος ευθύνεται;
Και, κυρίως:
Ποιος μας έπεισε ότι δεν μπορούμε;
Γιατί ίσως τελικά η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη μία διάγνωση. Χρειάζεται να πάψει να αντιμετωπίζει τον εαυτό της ως έναν ασθενή χωρίς ελπίδα θεραπείας.
Ο καθρέφτης δεν είναι ο γιατρός.
Είναι απλώς ο καθρέφτης.
Καιρός, λοιπόν, να κοιτάξουμε μέσα του με τα δικά μας μάτια. Όχι για να ισχυριστούμε ότι είμαστε καλύτεροι από τους άλλους, αλλά για να πάψουμε να θεωρούμε τον εαυτό μας χειρότερο.
Κυρίως, όμως, για να θυμηθούμε κάτι που φαίνεται να έχουμε ξεχάσει:
Η κοινωνία δεν αλλάζει όταν ο καθένας προσπαθεί να σωθεί μόνος του. Αλλάζει όταν οι άνθρωποι αποφασίζουν να μη συμβιβάζονται πια με όσα τους παρουσιάζουν ως αναπόφευκτα.
Να συμμετέχουν. Να διεκδικούν. Να απαιτούν λογοδοσία. Να υπερασπίζονται το δημόσιο αγαθό.
Γιατί δημοκρατία χωρίς ενεργούς πολίτες είναι απλώς διοίκηση.
Και το πιο επικίνδυνο πράγμα για κάθε σύστημα που μας θέλει παθητικούς δεν είναι ένας άνθρωπος που διαμαρτύρεται.
Είναι πολλοί άνθρωποι που αποφασίζουν να μην παραιτηθούν.
Ίσως, λοιπόν, η πραγματική θεραπεία να μην είναι να μάθουμε να ζούμε με την αρρώστια, αλλά να καταλάβουμε ότι:
Δεν είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε έτσι.
Και τότε, για πρώτη φορά, ο καθρέφτης δεν θα μας ρωτήσει:
«Είσαι αντάξιος των προγόνων σου;»
Θα μας θέσει ένα πολύ πιο δύσκολο ερώτημα:
«Είσαι αντάξιος της ευθύνης σου απέναντι στους ανθρώπους με τους οποίους ζεις;»
Και αυτή την ερώτηση δεν μπορεί να την απαντήσει κανένας γιατρός.
Μόνο εμείς. Μαζί.

