Λένε πως οι δημοκρατίες πεθαίνουν όταν βγαίνουν τα τανκς στους δρόμους.
Η Ιστορία, όμως, έχει διαφορετική άποψη.
Οι δημοκρατίες σπάνια καταρρέουν μέσα σε μία νύχτα.
Συνήθως αρχίζουν να φθείρονται πολύ νωρίτερα.
Φθείρονται όταν οι θεσμοί αδυνατίζουν.
Όταν η κριτική θεωρείται ύποπτη.
Και, πάνω απ’ όλα, όταν οι λέξεις αλλάζουν νόημα.
Γιατί κάθε μορφή αυταρχισμού γνωρίζει ότι πριν ελέγξει τους ανθρώπους πρέπει να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται.
Και πριν αλλάξει τον τρόπο που σκέφτονται, πρέπει να αλλάξει τη γλώσσα.
Η Χάνα Άρεντ έδειξε ότι τα ολοκληρωτικά καθεστώτα δεν στηρίζονται μόνο στη βία αλλά και στην κατασκευή μιας νέας πραγματικότητας, όπου η αλήθεια γίνεται εύπλαστη και η γλώσσα εργαλείο εξουσίας.
Ο Βίκτορ Κλέμπερερ, στο εμβληματικό έργο του LTI – Η Γλώσσα του Τρίτου Ράιχ, περιέγραψε πώς η καθημερινή γλώσσα μπορεί, σταδιακά και σχεδόν ανεπαίσθητα, να μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Οι λέξεις, έγραφε, λειτουργούν σαν μικρές δόσεις δηλητηρίου· καταπίνονται χωρίς να γίνονται αντιληπτές και, κάποια στιγμή, παράγουν το αποτέλεσμά τους.
Ο Τζορτζ Όργουελ, στο 1984, προχώρησε ακόμη περισσότερο. Η περίφημη «Νέα Ομιλία» (Newspeak) δεν είχε σκοπό μόνο να αλλάξει τις λέξεις. Είχε σκοπό να κάνει ορισμένες σκέψεις αδύνατες.
Ο Ουμπέρτο Έκο προειδοποιούσε ότι ο φασισμός δεν επιστρέφει πάντοτε με μπότες, στολές και εμβατήρια. Μπορεί να επιστρέψει ως νοοτροπία. Ως πολιτική κουλτούρα. Ως τρόπος ομιλίας.
Και ο Τζέισον Στάνλεϊ, στο How Fascism Works, εξηγεί πως ο αυταρχικός λόγος δεν ξεκινά από τη βία. Ξεκινά από τη δημιουργία μιας αφήγησης όπου υπάρχει ένας «γνήσιος λαός», μία μοναδική αλήθεια και ένας διαρκής εσωτερικός εχθρός.
Με αυτές τις σκέψεις, ας ακούσουμε μία πραγματική δήλωση.
Στις 27 Ιουλίου, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας στο OPEN, δήλωσε:
«Η δύναμη της φάλαγγας έγκειται στη συνοχή της. Η παράταξη είναι πάνω από τα πρόσωπα. Η παράταξη είναι πάνω από το άτομο. Η παράταξη είναι το σύνολο. Όποιος στρέφεται κατά της παράταξης, στρέφεται κατά της φάλαγγας, στρέφεται κατά της πατρίδος.»
Δεν θα σχολιάσω τη δήλωση.
Θα σχολιάσω τις λέξεις.
Γιατί οι λέξεις έχουν μνήμη.
Και η μνήμη έχει ευθύνη.
Φάλαγγα.
Παράταξη.
Πατρίδα.
Τρεις λέξεις.
Τρεις έννοιες.
Και μία πολιτική ακολουθία.
Σε μια δημοκρατία, η πατρίδα δεν ανήκει σε κανένα κόμμα.
Η κυβέρνηση δεν είναι το έθνος.
Η αντιπολίτευση δεν είναι ο εχθρός της χώρας.
Η διαφωνία δεν είναι προδοσία.
Αυτό δεν είναι ιδεολογική θέση.
Είναι ο πυρήνας της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Όταν, όμως, η πολιτική ρητορική συνδέει την αντίθεση προς μία παράταξη με αντίθεση προς την πατρίδα, δημιουργείται μια επικίνδυνη σύγχυση.
Αυτό, από μόνο του, δεν αποδεικνύει αυταρχισμό.
Αποτελεί όμως έναν τύπο πολιτικής γλώσσας που η πολιτική θεωρία μάς καλεί να εξετάζουμε με ιδιαίτερη προσοχή.
Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό μας ταξίδι.
Όχι στο σκοτάδι.
Στο λυκόφως.
Εκεί όπου τίποτα δεν φαίνεται ακόμη απειλητικό.
Αλλά όλα αρχίζουν να αλλάζουν.
Πρώτο βήμα
Η ιδιοποίηση της πατρίδας
Η πατρίδα παύει να είναι κοινό σπίτι.
Γίνεται κομματική ιδιοκτησία.
Όποιος διαφωνεί δεν παρουσιάζεται απλώς ως πολιτικός αντίπαλος.
Υπονοείται ότι βρίσκεται απέναντι στο εθνικό συμφέρον.
Η πολιτική διαφωνία μετατρέπεται σε ηθικό ελάττωμα.
Δεν είσαι απλώς αντίπαλος.
Είσαι «απέναντι στην πατρίδα».
Δεύτερο βήμα
Η αποθέωση της πειθαρχίας
Η «φάλαγγα» είναι ιστορικά ένας στρατιωτικός σχηματισμός.
Στη σύγχρονη πολιτική γλώσσα, η χρήση της ως συμβόλου μπορεί να παραπέμπει, για μέρος του ακροατηρίου, στην ιδέα της απόλυτης συνοχής, όπου η ατομική κρίση υποχωρεί μπροστά στη συλλογική πειθαρχία.
Η δημοκρατία, όμως, δεν είναι στρατιωτικός σχηματισμός.
Δεν είναι παρέλαση.
Δεν είναι μονόφωνη χορωδία.
Η δημοκρατία είναι πολυφωνία.
Η διαφωνία δεν αποτελεί πρόβλημα.
Αποτελεί προϋπόθεση της ελευθερίας.
Τρίτο βήμα
Η κατασκευή του εσωτερικού εχθρού
Δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι ο αντίπαλος έχει άδικο.
Αρκεί να δημιουργήσεις την εντύπωση ότι δεν αγαπά αρκετά την πατρίδα.
Ότι δεν ανήκει πραγματικά στην κοινότητα.
Ότι είναι «οι άλλοι».
Ο Ουμπέρτο Έκο παρατηρούσε ότι κάθε αυταρχική νοοτροπία έχει ανάγκη από έναν εχθρό.
Γιατί ο φόβος είναι το ισχυρότερο πολιτικό συγκολλητικό υλικό.
Τέταρτο βήμα
Το σύνθημα αντικαθιστά τη σκέψη
Το σύνθημα είναι βολικό.
Δεν χρειάζεται αποδείξεις.
Δεν αντέχει ερωτήσεις.
Δεν επιζητεί επιχειρήματα.
Ζητά χειροκρότημα.
Και όταν το χειροκρότημα γίνεται σημαντικότερο από τον διάλογο, η δημοκρατία αρχίζει να χάνει τη φωνή της.
Τότε εμφανίζεται το πιο επικίνδυνο φαινόμενο.
Η σιωπή.
Όχι η σιωπή που επιβάλλεται.
Η σιωπή που συνηθίζεται.
Εκείνη που κάνει τους ανθρώπους να λένε:
«Δεν πειράζει.»
«Έτσι μιλάνε οι πολιτικοί.»
«Δεν έγινε και τίποτα.»
Έτσι αρχίζει σχεδόν κάθε δημοκρατική διολίσθηση.
Όχι με μία μεγάλη έκρηξη.
Με εκατοντάδες μικρές υποχωρήσεις.
Μία στη γλώσσα.
Μία στη μνήμη.
Μία στην ανοχή.
Μία στη λογική.
Μέχρι που, κάποια μέρα, κοιτάζεις πίσω και αναρωτιέσαι πότε χάθηκε το μέτρο.
Ο Τίμοθι Σνάιντερ, στο On Tyranny, υπενθυμίζει ότι η ελευθερία δεν χάνεται μόνο όταν κάποιος την αφαιρεί.
Χάνεται και όταν οι πολίτες σταματούν να την υπερασπίζονται.
Η δημοκρατία δεν ζητά ομοφωνία.
Ζητά ελευθερία.
Δεν ζητά πίστη.
Ζητά λογοδοσία.
Δεν ζητά φάλαγγες.
Ζητά πολίτες.
Και γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί με τον Άδωνη Γεωργιάδη.
Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο.
Τι είδους δημόσιο λόγο θέλουμε να κυριαρχήσει στην Ελλάδα;
Έναν λόγο που καλλιεργεί ελεύθερους πολίτες;
Ή έναν λόγο που καλεί τους πολίτες να στοιχηθούν πίσω από μία «φάλαγγα»;
Γιατί οι δημοκρατίες σπάνια χάνονται με έναν κρότο.
Συνήθως χάνονται όταν οι πολίτες σταματούν να προσέχουν τις λέξεις.
Και τότε το σκοτάδι δεν πέφτει απότομα.
Έρχεται αθόρυβα.
Πάντα μέσα από το λυκόφως.
ΟΛΓΑ ΔΡΑΚΑΚΗ

